high school



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Ο όρος 'high school' παραπέμπει στον όρο ''high school''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'high school' is cross-referenced with ''high school''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: high school, H.S.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
high school nUS (education: grades 9 or 10 to 12) (3 τελευταία χρόνια Ββάθμιας εκπαίδευσης)λύκειο ουσ ουδ
 (ο τελευταίος χρόνος)του γυμνασίου περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού σχολικού συστήματος.
 The high school has a new French teacher.
 Το λύκειο έχει καινούριο καθηγητή γαλλικών.
highschool,
high-school
n as adj
US (of school for grades 9 or 10 to 12) (3 τελευταία χρόνια Ββάθμιας εκπαίδευσης)του λυκείου περίφρ
 (ο τελευταίος χρόνος)του γυμνασίου περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού σχολικού συστήματος.
 The local high school football team beat the visitors.
 Η ποδοσφαιρική ομάδα του λυκείου της περιοχής νίκησε τη φιλοξενούμενη ομάδα.
 Η ποδοσφαιρική ομάδα του γυμνασίου της περιοχής νίκησε τη φιλοξενούμενη ομάδα.
high school nUK, regional (education: ages 11-18) (15-18 χρονών)λύκειο ουσ ουδ
 (12-15 χρονών)γυμνάσιο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού σχολικού συστήματος.
 I took a gap year between leaving high school and starting my university course.
high-school n as adjUK, regional (of education for ages 11-18) (15-18 χρονών)του λυκείου περίφρ
 (12-15 χρονών)του γυμνασίου περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορετικού σχολικού συστήματος.
 Isla's high-school French wasn't good enough to understand the conversation at the next table.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
H.S. nwritten, abbreviation (high school) (ηλικίες 12-15)γυμνάσιο ουσ ουδ
 (ηλικίες 15-18)λύκειο ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
high school | H.S.
ΑγγλικάΕλληνικά
high school graduate nUS ([sb]: passed secondary-school)απόφοιτος λυκείου περίφρ
 Very few high school graduates are able to speak a foreign language.
junior high school nUS (lower secondary)γυμνάσιο ουσ ουδ
 Karen is in her third year at junior high school.
senior high school nUS (secondary, upper)λύκειο ουσ ουδ
 Those kids must go to senior high school - they look too old to be in junior high.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'high school' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [private, public] high school, a high school [student, graduate], is in high school, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση high school στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «high school».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!